Αρχές Δεκαετίας του ’60.
Η Κυβέρνηση τότε είχε μειώσει σημαντικά την σχετική φορολογία και ήταν εφικτή η αγορά τρακτέρ και αγροτικών αυτοκινήτων.
Τότε πολλοί συγχωριανοί αγόρασαν τρακτέρ και αυτοκίνητα.
Βέβαια ελάχιστοι ήξεραν από οχήματα και οδήγηση. Οι περισσότεροι ήταν άσχετοι.
Και από συνεργεία τίποτα. Οι καταστάσεις κωμικοτραγικές και, μερικές φορές, οδυνηρές.
Αυτή την κατάσταση προσπαθεί να περιγράψει ο Μπαρμπα-Νίκος στο ποίημά του «Στους Τρακτεριζτήδες».
Ο Μπάρμπα-Γιώργης λοιπόν, όπως πολλοί άλλοι αγόρασε και αυτός τρακτέρ.
Πάει μια μέρα να οργώσει τις ελιές.
Ζύγωσε κοντά, να οργώσει και την ρίζα.
Ελα όμως που μια κλάρα του ερχόταν κατακέφαλα;
Τι κάνουμε τώρα;
Ο Μπαρμπα-Γιώργης ξέχασε φρένα, τιμόνια, συμπλέκτες, πιάνετε από την κλάρα και το τρακτέρ έφυγε μόνο του!.
Τσακίστηκε σ' ένα ρεματάκι λίγο πιο πέρα.
Ο ίδιος δεν έπαθε τίποτα αλλά το τρακτέρ έπρεπε να πάει στην Αθήνα για επισκευή.
Ναι αλλά πως το πάνε;
Να το πάει μόνος οδηγώντας (μέσω Ναυπλίου) ήθελε μέρες ταξείδι.
Να το φορτώσει σε φορτηγό δεν συνέφερε Τα φορτηγά λίγα και τα κόμιστρα πανάκριβα.
Ο Μπαρμπα-Γιώργης όμως βρήκε την λύση.
Το πήγε μόνος του μέχρι Πόρο-Μέθανα και, από εκεί, με φέρυμπότ στον Πειραιά.
Πήγε λοιπόν στον Πειραιά, βρήκε συνεργείο, έφτιαξε το τρακτέρ και έπρεπε να επιστρέψει, με το ίδιο δρομολόγιο.
Πού πέφτει το λιμάνι ρε παιδιά, από κει.
Βλέπει τον δρόμο ο Μπαρμπα-Γιώργης και ξαμολιέται.
Πράσινα, Κόκκινα, Stop, προτεραιότητες, μονόδρομοι, τίποτα!
Όλα ευθεία και δικά του.
Το κομφούζιο δεν άργησε.
Κορναρίσματα, φωνές, που πας ρε Μπάρμπα, θα μας σκοτώσεις, τα πιο ευγενικά.
Ωσπου ξαφνικά το περιπολικό.
-
που πας ρε μπάρμπα, θα μας σκοτώσεις όλους.
-
Επαρχία, απαντά μπαρμπα-Γιώργης
Γρήγορα το πλήρωμα κατάλαβε ότι δεν είχε κανένα νόημα και αποτέλεσμα να κόψει κλήση κλπ.
-
Που θέλεις να πας μπάρμπα;
-
Στο λιμάνι, απαντά ο μπαρμπα-Γιώργης
-
Ακολούθα!
Μπαίνει μπροστά το περιπολικό, με τον φάρο αναμμένο, από πίσω ο μπαρμπα-Γιώργης, φτάνουν στο λιμάνι.
Παίρνει το φερυμπότ Μπαρμπα-Γιώργης και τελικά φθάνει στο χωριό.
Επαρχία! |